
Τα «Κάψαλα» ή «Άγιστρου» γινόταν στις 23 Ιουνίου, παραμονή των
Γενεθλίων του Ιωάννου Προδρόμου του Βαπτιστού. Στα παλιά τα χρόνια,
οι κοπέλες του χωριού μας ζητούσανε από τρεις Μαρίγιες, που οι πόρτες
τους βλέπανε προς την Ανατολή, από μια χούφτα αλεύρι και κάνανε μια
πίτα, τη ζυμώνανε, και περιμένανε το βράδυ το άγιστρο, για να τη
ψήσουνε μέσα στη στάχτη. Προτού κοιμηθούν, τρώγανε από ένα κομμάτι
πίτα και το υπόλοιπο το βάζανε κάτω από το προσκέφαλό τους για να
δουν στον ύπνο τους τον αγαπητικό τους. Αυτό ήταν ένα είδος
ονειρομαντείας. Την ίδια νύχτα ανοίγανε τα σεντούκια τους οι γυναίκες
και κρεμούσανε στα παράθυρα τα ρούχα τους τα καλά και τα μεταξωτά,
που δεν έκανε να τα βάζουνε σε μπουγάδα, για να τα δει το άστρο και να
μην τα κατουρήσει τη νύχτα η γιουγλού και κιτρινίσουν ανεξίτηλα.
[Γιουγλού : έντομο που τρυπώνει στα μπαούλα και κατουρεί τα ρούχα,
με αποτέλεσμα να κιτρινίσουν ανεξίτηλα. Ο Στρ. Χατζηγιάννης
υποστηρίζει στο βιβλίο του «Ιδιωματικές λέξεις της Λέσβου, 1983»πως
πρόκειται για την αρχαία Αέλλω (= δαιμονικό ταχύφτερο με θορυβώδικο
πέταγμα), που ήταν μία απ’ τις Άρπυιες και πως ή λέξη προήλθε από την
αρχαία λέξη η άελλα = άνεμος θορυβώδης ή απ’ τη λάμια Γέλλω. Ο Γ.
Γιαννουλέλλης στο βιβλίο του «Νεοελληνικές ιδιωματικές λέξεις»
πιθανολογεί πως η λέξη σχετίζεται με το τούρκικο yel = άνεμος, πνεύμα
κακού.]
Πριν σκοτεινιάσει, μαζεύανε κλαδιά κυρίως από σκαμνιά. Άναβαν
φωτιές στα τρίστρατα και τη στιγμή που η φωτιά ήταν φουντωμένη οι
κοπέλες πηδούσαν τρεις φορές τη φωτιά κρατώντας με το ένα χέρι τους
μια πέτρα στηριγμένη στο κεφάλι τους και με το άλλο τη σέλα της
βράκας τους, μην τυχόν και καεί, και λέγανε :
Άγιστρου, παράγιστρου
πέτρα στου τσιφάλι σου
σίδηρου στη μέση σου
τσι σκατά στου φέσι σου.
Την ίδια μέρα γέμιζαν μια γραγούδα με το «αμίλητο» νερό και έριχναν
μέσα διάφορα μικροαντικείμενα («ριζικά») που το καθένα απ’ αυτά το
μελετούσαν στο όνομα μιας συγκεκριμένης κοπέλας. Σκέπαζαν τη
γραγούδα με ένα κομμάτι πανί (συνήθως κόκκινο, σύμβολο του ήλιου),
το έβαζαν μέσα σε ένα φούρνο και ξημερωνότανε.
Το πρωί της 24 ης Ιούνη οι κοπέλες ανεβαίνανε πολύ νωρίς στο βουνό την
ώρα που ξεπρόβαλε ο ήλιος και έβλεπαν τη σκιά τους. Όταν η σκιά
έδειχνε μεγάλο κεφάλι σήμαινε μακροζωία, όταν έδειχνε μικρό σήμαινε
γρήγορο θάνατο.
Την άλλη μέρα, το απόγευμα προς το βράδυ, στήνανε τον κλήδονα μέσα
στη στράτα. Κουκουλώνανε μια γυναίκα με το χράμι για να μη βλέπει τα
μπιχλιμπίδια που θα έβγαζε από τη γραγούδα. Οι κοπέλες, που κάθονταν
γύρω – γύρω διπλοπόδι, λέγανε από ένα δίστιχο κι ύστερα έβγαζε η
σκεπασμένη γυναίκα ένα αντικείμενο. Αυτό γινότανε μέχρι να
τελειώσουνε τα ονοματισμένα αντικείμενα.
Το πρώτο τραγουδάκι, με το οποίο συνήθως ανοίγει ο κλήδονας είναι το
εξής :
Ανοίξιτι του κλήδουνα στ’αγιού Γιαννιού τη χάρη
κι όποιου ‘νι καλορίζικο, τώρα θε να προβάλει.
Τα λαϊκά δίστιχα αποτελούσαν απάντηση στα προβλήματα που
απασχολούσαν την κοπέλα, στο όνομα της οποίας είχε μελετηθεί το
αντικείμενο. Απ’ τη σημασία τους κρινόταν η τύχη του κάθε κοριτσιού.
Συνήθως, λέγανε ένα επαινετικό δίστιχο κι ύστερα ένα κοροϊδευτικό.
Παράδειγμα :
Σαν τι τραγούδι να σου πω, πουλί μου να σ’ αρέσει
που ‘χεις αγγελικό κορμί και δαχτυλίδι μέση ;
Σα φουρουνιάσει η θάλασσα και βγούνε τα χταπόδια,
τότε θα παντρευτείς και συ με τα στραβά σου πόδια.
Μόλις τέλειωνε ο κλήδονας το νερό της γραγούδας το αδειάζανε οι
κοπέλες και νίπτανε τα χέρια τους για να μην ιδρώνουν όταν κεντούσαν ή
το έπιναν χωρίς όμως να το καταπιούν. Το κρατούσαν στο στόμα τους
και περίμεναν να ακούσουν ένα όνομα ή να μάθουν το όνομα του πρώτου
άνδρα που περνούσε εκείνη την ώρα. Έτσι, πίστευαν ότι το ίδιο όνομα θα
έχει και ο άνδρας που θα παντρευτούν.
Την ίδια μέρα οι κοπέλες ζητούσαν να πληροφορηθούν και με άλλο
τρόπο ποιο πρόσωπο θα παντρευτούν : παίρνανε σε ένα ποτήρι διαφανές
νερό από τον κλήδονα ρίχνανε μέσα το ασπράδι από το αυγό και
μάντευαν το επάγγελμα του άνδρα που θα έπαιρναν, από το σχήμα του
ασπραδιού μέσα στο ποτήρι.
Τέλος, έπαιρναν τρία κουβάρια με κλωστή το ένα κόκκινη, το άλλο
άσπρη και το τρίτο μαύρη. Τα έβαζαν κάτω από το προσκεφάλι τους και
το πρωί που ξυπνούσαν με κλειστά μάτια έπιαναν ένα κουβάρι. Το
κόκκινο σήμαινε πως θα παντρευόταν πλούσιο, το άσπρο φτωχό και το
μαύρο χήρο.
